Θεσσαλονίκη | Ιστορία νο4Περπατώντας μαζί
Είμαι από το Αφγανιστάν, έφτασα από την Ειδομένη στην στεγαστική κατάληψη του Ορφανοτροφείου το Δεκέμβριο του 2016, λίγο πριν την εκκένωση του καταυλισμού. Ήμουνα τυχερή που πρόλαβα και έφυγα πριν έρθουν τα λεωφορεία των μπάτσων στην Ειδομένη και ήμουν από τους πρώτους κατοίκους του Ορφανοτροφείου. Στην αρχή ήταν δύσκολα, ήθελε πολύ δουλειά το κτίριο, αλλά ήταν σαφώς πολύ καλύτερα από το να μένεις στη σκηνή στην Ειδομένη. Στην κατάληψη του Ορφανοτροφείου είχα δικό μου δωμάτιο και αυτό ήταν σημαντικό, γιατί υπήρχανε πολλοί άντρες και εγώ ήμουνα η μόνη κοπέλα που ήμουνα εντελώς μόνη μου, υπήρχαν και άλλες γυναίκες αλλά με την οικογένειά τους. Την πρώτη λοιπόν νύχτα κοιμήθηκα δώδεκα ώρες, είχα να κοιμηθώ ήσυχη και τόσες ώρες πάνω από τρεις μήνες, στην πραγματικότητα ήμουν άυπνη για πολλές μέρες. Αυτό ήταν το πρώτο σημαντικό στοιχείο στο Ορφανοτροφείο. Όλο το προηγούμενο διάστημα ήμουνα πολύ αγχωμένη και ψυχικά πιεσμένη και στο Ορφανοτροφείο ένιωσα αμέσως ασφάλεια, και μου άρεσε πολύ αυτό. Το πιο σημαντικό πράγμα για μένα ήταν να νιώθω ασφαλής. Παρόλο που δε μιλούσα αγγλικά, είχα ανάγκη πάντα από κάποιον μεταφραστή, επίσης ήμουνα μόνη μου, όμως παρόλα αυτά ένιωσα αμέσως πολύ άνετα.
Ο κόσμος στο Ορφανοτροφείο ήταν από πολλές χώρες, με διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές κουλτούρες, πολλοί ήταν άρρωστοι και ταλαιπωρημένοι. Ήταν δύσκολα στην αρχή και είναι σημαντικό να το τονίσω αυτό, έχει μεγάλη σημασία να γίνονται από κοινού όλες οι δουλειές από διαφορετικούς ανθρώπους και να μη φτιάχνονται βάρδιες με βάση την εθνικότητα ή την γλώσσα, το αντιμετωπίσαμε αυτό στο Ορφανοτροφείο. Σε γενικές γραμμές έγινε μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια να συμβιώσουμε όλες και όλοι μαζί και σε ένα βαθμό το πετύχαμε. Για παράδειγμα δεν ένιωσα κάποια διάκριση ή καταπίεση, όλες και όλοι είχαμε τα προβλήματά μας, αλλά κανένας δε με πίεσε, δε μου ζήτησε το λόγο, γιατί έφυγα από τη χώρα μου και είμαι στο Ορφανοτροφείο. Από τη στιγμή που ήμουν εκεί και τηρούσα τους κανόνες που θέσαμε όλοι μαζί με εμπιστεύτηκαν και τους εμπιστεύτηκα. Θέλω να το τονίσω και αυτό το στοιχείο, δεν υπήρχε κάποιος που να σου λέει τι πρέπει να κάνεις, μπορούσες να κάνεις ότι ήθελες, ένιωθα ελεύθερη, μόνο εάν κάποιος έκανε κάτι αρνητικό ήταν υπόλογος. Γενικά, το κύριο χαρακτηριστικό του Ορφανοτροφείου ήταν η αλληλοβοήθεια, χωρίς να ξέρεις ακριβώς ποιος ήταν ο άλλος ερχόσουνα κοντά διότι ο ένας βοηθούσε τον άλλο, μοιραζόμασταν τη στέγαση, τη τροφή, τα ρούχα, όλα αυτά μας έφεραν κοντά και γίναμε φίλοι. Κάθε μέρα κάποιοι είχανε την ευθύνη να ετοιμάσουνε το πρωινό, το μεσημεριανό και το βραδινό φαγητό, μερικοί παίζανε μπάλα ή μπάσκετ, εγώ φρόντιζα κάποια μικρά παιδιά, κάποιοι άλλοι φρόντιζαν για την καθαριότητα, άλλοι κάνανε μαθήματα αγγλικών και ελληνικών. Γινόντουσαν επίσης πολλές συνελεύσεις, πάρα πολλές θα μπορούσα να πω. Αυτή ήταν η καθημερινότητά μας, και ήταν μια ζωντανή καθημερινότητα, δεν ήταν μια απλή επιβίωση ή συνηθισμένη ζωή, ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα και πολύ πιο χαρούμενη από τη ζωή ενός κανονικού ανθρώπου. Καταρχάς δεν είχαμε κάποιο αφεντικό, δεν έπρεπε να πάμε το πρωί στη δουλειά και να υπακούσουμε στις εντολές κάποιου ανωτέρου. Κανένας δε μας έλεγε τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουμε, κανένας δε μας καταπίεζε, όλα ήταν ελεύθερα και τα συναποφασίζαμε όλα. Δεν υπήρχε χώρος για αρχηγούς, ο καθένας και η καθεμία αποκτούσε τη συνείδηση τι έπρεπε και τι δεν έπρεπε να κάνει.
Νομίζω ότι εμείς περνούσαμε πολύ καλύτερα από ότι μια συνηθισμένη οικογένεια που μένει σε μια πολυκατοικία δίπλα στο Ορφανοτροφείο. Η ζωή μας ήταν ενδιαφέρουσα και είχε νόημα δεν ήταν μια βαρετή ρουτίνα. Πριν έρθω στην Ελλάδα δούλευα για ένα χρόνο στο Ντουμπάι, για ένα χρόνο δε σταμάτησα να δουλεύω, η ζωή μου ήταν δώδεκα ώρες δουλειά και ύπνος, τίποτε άλλο, στην πραγματικότητα δεν ζούσα, δεν άκουσα ένα τραγούδι για ένα χρόνο. Όταν λοιπόν ήρθα στην κατάληψη του Ορφανοτροφείου είπα ότι δε γυρνάω ποτέ ξανά πίσω, αυτή τη ζωή θέλω να ζήσω. Σήμερα που μιλάω μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι το Ορφανοτροφείο με έκανε ξανά άνθρωπο, μου έδωσε ενέργεια, το έχω στη καρδιά μου.
Όταν εκκενώθηκε έκλαψα πολύ και ήταν η πρώτη φορά που έκλαψα όσο είμαι στην Ελλάδα. Είναι ζήτημα συναισθημάτων, υπάρχουν τόσες πολλές αναμνήσεις και όταν το είδα μάλιστα να κατεδαφίζεται με όλα τα προσωπικά αντικείμενα των κατοίκων του να είναι μέσα, ήταν μεγάλο σοκ για μένα, ήταν σα να ήθελαν να σκοτώσουν όλες αυτές τις αναμνήσεις και τις μικρές ιστορίες όλων αυτών των ανθρώπων που πέρασαν από το κτίριο. Το Ορφανοτροφείο δεν ήταν απλώς ένα σπίτι, ήτανε πολλά περισσότερα. Όταν λέμε σπίτι εννοούμε ένα μέρος που μένει μια οικογένεια ή κάποιος μόνος του, για μένα το σπίτι είναι σα μια μικρή φυλακή, υπάρχει συνήθως στεναχώρια. Αντιθέτως στο Ορφανοτροφείο υπήρχε χαρά, γινόντουσαν τόσες πολλές δραστηριότητες. Ένιωσα λοιπόν μεγάλο θυμό για τους μπάτσους, γιατί το κάνανε αυτό, από τη στιγμή που δε μπορείτε να στεγάσετε τους πρόσφυγες, γιατί κατεδαφίζετε το Ορφανοτροφείο. Ήταν ένα κενό κτίριο και φιλοξένησε μετανάστες, υπάρχουν τόσα κενά κτίρια στη πόλη που τα αφήνουνε άδεια ενώ θα μπορούσαν να μένουν μετανάστες.